«Μάηδες» -Π.Σ-

Ήταν Μάιος αν θυμάμαι καλά, όχι όπως εκείνον του 2012 αλλά ένας από τους δυσκολότερους Μάηδες της ζωής μου.

Μετά από ένα σορό τσαρλατάνους γιατρούς και λύσεις που δεν έδιναν αποτελέσματα έπρεπε η οικογένεια μου να ταξιδέψει στο εξωτερικό για να εγχειριστεί η μικρή τότε αδερφή μου, άμεσα, χωρίς χρονοτριβές γιατί οι προτεινόμενες λύσεις έκαναν την κατάσταση της χειρότερη.  Δεν της έμενε και πολύς χρόνος ζωής, το οξυγόνο που εισέπνεε κάθε μέρα γινόταν λιγότερο και η φωνή της έβγαινε δύσκολα.

Εγώ έπρεπε να μείνω σε ένα φιλικό σπίτι, τόσο φιλικό που σήμερα δε ξέρουν αν ζω ή αν πέθανα.  Απλά έπρεπε να κάνω υπομονή, να αναμένω το τηλέφωνο να κτυπήσει και να ακούσω τα καλά νέα.

Μέσα σε εκείνες τις μέρες ήταν το πρώτο παιχνίδι κυπέλλου με αποέλ, περίοδος 2003 – 2004.  Πήγα στο Τσίρειο με ένα φίλο.  Δε βρήκαμε τόπο να καθίσουμε, ήταν χαμός.  Σταθήκαμε στο επάνω διάζωμα, πάνω απ’ τη θύρα 3 που κόχλαζε.  Δεν ήταν αστείο, ένιωθες την αύρα, τις ανάσες και το πάθος των ινδιάνων της κίτρινης φυλής.

Το πρώτο ημίχρονο είχε κυλήσει φυσιολογικά, το δεύτερο ήταν εκείνο που δε θα ξεχάσω ποτέ.  Γύρω στο 60’ ο Ξένιος Κυριάκου έβγαλε μια μπαλιά από δεξιά και ο Σίμος Κρασσάς μπήκε σα σφήνα ανάμεσα στους αμυντικούς και με τακουνάκι έστειλε τη μπάλα στα δίκτυα, έτρεξε μπροστά στον κόσμο και ξάπλωσε χάμω επάνω στη τεράστια φανέλα που ανεβάζαμε κάποτε στην κερκίδα.  Έδειχνε να κλαίει από συγκίνηση, ο κόσμος μπήκε στο γήπεδο και έτρεχε προς τα πάνω του.  Γινόταν χαμός, βεγγαλικά, πυρσοί και σημαίες σκέπαζαν την ανατολική.  Υπήρξε μικρή διακοπή, μα το παιχνίδι έπρεπε να συνεχιστεί και εγώ δεν ήξερα που βρισκόμουν, είχαμε χαθεί από τα πανηγύρια.  Ο φίλος που είχαμε πάει μαζί δεν ήταν εκεί, κανένας που να ήξερα τριγύρω.  Σκέφτηκα πως παρακολουθώντας τον αγώνα έπρεπε να τον ψάξω.  Θυμάμαι πόσο «πήχτρα» ήτανε, υπήρχαν τόποι που δε μπορούσα να περάσω, έλεγα συνεχώς «συγνώμη, συγνώμη».

Για μια στιγμή βρέθηκα πολύ ψηλά, προς το κέντρο του γηπέδου, είναι σαν να το βλέπω ξανά, ταινία, το γκολ που αγάπησα όσο κανένα άλλο.  Διώχθηκε η μπάλα από την άμυνα μας και έδειχνε η μπαλιά να ήταν χαμένη, ο Oboeka Lisasi όμως είχε άλλη άποψη, έτρεξε παθιασμένα, πιο γρήγορα απ’ όλους και πήρε τη μπάλα βρέθηκε φάτσα με τον αντίπαλο τερματοφύλακα και πλάσαρε.  Και κάπου εκεί άρχισα να χάνομαι, με έπαιρνε ο κόσμος γύρω μου και με πέταγε ψηλά, με περίμεναν να κατεβώ και ξανά απ’ την αρχή.  Μεγάλοι, μικροί με αγκάλιαζαν και κάποιος με έπιασε πάνω στους ώμους του.  Ο Λισασί έτρεχε σαν ταύρος ακόμη και μετά το γκολ, πέρασε αν θυμάμαι καλά πίσω από την εστία, γύρω από τους μπάτσους (τώρα που το σκέφτομαι καλά που δεν τον συνέλαβαν), και ξανά μέσα από το γήπεδο,  μπροστά απ’ όλους μας και η ανατολική να σείεται και εγώ χαμένος, ανάμεσα σε άγνωστους φίλους.

Η χαρά που πήρα εκείνο το παιχνίδι ήταν απερίγραπτη και θα ήταν μάταιο να προσπαθήσω να την ντύσω με λέξεις, ήμουν μόνος, με την αντίληψη ούτε καν εφήβου. Να αγωνιώ για την οικογένεια μου, να κοιτάζω για τρόπους να ξεφύγω λίγο και να μη βρίσκω.  Μα η ΑΕΛ σαν μάνα και τ’ αδέρφια μου ήταν εκεί για μένα, κάποιοι μ’ αγκάλιαζαν χωρίς να με ξέρουν και άλλοι με πετούσαν πάνω στον αέρα φωνάζοντας «ΓΚΟΟΟΛ».  Δε θα το ξεχάσω ποτέ, δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Έφυγα σιγά σιγά μόνος από το γήπεδο, βρήκα τελικά το φίλο και πήραμε το δρόμο για το ξένο σπίτι που έμενα.  Ήταν λίγες ώρες μετά, κτύπησε το γαμημένο το τηλέφωνο, από Ισραήλ.

–          «Ναι, η αρφή σου είμαι».

Έκανα λίγα δευτερόλεπτα να μιλήσω, ξεροκατάπινα και δεν ήξερα τι να πω, ήταν η φωνή που γνώρισα από τότε που άρχισε να σταυρώνει λέξεις και που για καιρό δεν έβγαινε, την άκουγα από το τηλέφωνο, τόσο μακριά και ξέσπασα σε λυγμούς.  Ήταν, κι’ αν δεν της το είπα ποτέ ότι πιο δυνατό έζησα.

Ήταν Μάης όπως είπα … δεν θα είναι όλοι οι  Μάηδες όπως του 2012, δεν θα είναι όλοι οι Μάηδες όμορφοι, σκέψου πως ακόμα και το ’12 κάποιος θα τράβηξε το δικό το «Γολγοθά». Δεν έχει σημασία αν η ΑΕΛ έχασε μετά στον τελικό.  Ούτε έχει σημασία αν θα ‘ναι όλα ρόδινα ή σκούρα.  Σημασία για μένα έχει πως είμαστε εδώ, μαζί και η φωνή της σε κάθε γήπεδο.

Η ΑΕΛ ήταν εκεί για μένα σα δεύτερη μου οικογένεια.  Τώρα σου γράφω κι’ αύριο δεν υπάρχω.  Έτσι είναι.  Έτσι γίνεται συνήθως, γιατί η ζωή περνά από πάνω μας. Όμως το μόνο που δεν κατάφερε να κάνει είναι να αλλάξει την ΑΕΛ, την ιδέα και το συμβολισμό της, γιατί δεν το επιτρέψαμε.   Διότι γίναμε μια σπουδαία και περήφανη οικογένεια που όμοια της δεν υπάρχει, σα μια γροθιά, μια αγκαλιά, για τα τρία ιερά γράμματα.

Ήμασταν εκεί και θα είμαστε, σε κάθε Μάη, σε κάθε αρχή και τέλος, σε κάθε μέρα και ώρα, κάθε λεπτό, γιατί η ζωή όσο κι’ αν παλέψει τον ΑΕΛίστα δεν πρόκειται ποτέ να ξεπαστρέψει.

Ευχαριστώ για το χρόνο σας,
με σεβασμό και εκτίμηση Π.Σ

*Το άρθρο του Π.Σ «Μάηδες» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 της εφημερίδας του ΣΥ.Φ.ΑΕΛ που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2014

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *